φαρσέρ

φαρσέρ
ο άκλ. шутник

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "φαρσέρ" в других словарях:

  • φαρσέρ — ο άκλ. (λ. γαλλ.), ο επιτήδειος να κάνει φάρσες σε βάρος άλλων: Δεν υπήρχε βόμβα στο αεροπλάνα· το τηλεφώνημα στην αστυνομία έγινε από φαρσέρ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαρσέρ — ο, η, Ν άκλ. αυτός που τού αρέσει να σκαρώνει φάρσες εις βάρος τών άλλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. farceur (< γαλλ. farce, βλ. λ. φάρσα)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»